mia ston popo gia na mathei

«Μία στον ποπό για να μάθει!»

Κ Έμαθε! Να μη σε εμπιστεύεται. Και ‘Έπαθε…

Πολλοί γονείς επισκέπτονται το γραφείο για να συζητήσουν το πραγματικά φλέγον ζήτημα της ανυπακοής του παιδιού τους. Φλέγον,πράγματι, καθώς οι περισσότεροι γονείς που θα φτάσουν στο σημείο να ζητήσουν βοήθεια για το ανυπάκουο νήπιο συνήθως, είναι πια κουρασμένοι και ίσως απελπισμένοι.

Και σε αυτό το σημείο εγείρεται, τις περισσότερες φορές, το ερώτημα

«πώς να τον/την συνετίσω; Πώς θα συμμορφωθεί;»

Συχνά, φτάνουμε με τους γονείς στο σημείο, όπου θα συζητήσουμε τα οφέλη (;) της ξυλιάς στον ποπό. Μέθοδος ιδιαίτερα δημοφιλής στις προηγούμενες γενιές. Χρησιμοποιείται, ωστόσο, ακόμη. Συνιστά κακοποίηση; Οχι. Είναι αποτελεσματική; Μπορεί προσωρινά, εκείνη την στιγμή, το παιδί να σταματήσει την «ακατάλληλη/ επικίνδυνη» συμπεριφορά του, απο φόβο, το πιο πιθανό. Όχι επειδή κατάλαβε γιατί είναι λάθος αυτό που κάνει. Δεν του μένει και πολύς χρόνος για σκέψη εκείνη την ώρα, γιατί τον/ την κυριεύουν τα έντονα συναισθήματα, ο θυμός, η στεναχώρια, η ντροπή.

Το ζήτημα είναι, οτι ακόμα και αν τα πνεύματα ηρεμήσουν αμέσως μετά και η ατμόσφαιρα ξαναγίνει ζεστή και τρυφερή, το στρες που δημιουργήθηκε στο παιδί προηγουμένως δεν ακυρώνεται. Μάλιστα, είναι αποδεδειγμένο ότι η επιθετική/ανυπακοή συμπεριφορά θα επαναληφθεί σύντομα και ίσως με μεγαλύτερη ένταση. Αυτό φυσικά θα οδηγήσει σε επάναληψη της ξυλιάς (σε συνδυασμό με φωνές τις περισσότερες φορές), η οποία με τη σειρά της θα προκαλέσει ακόμη περισσότερη αντιδραστική συμπεριφορά στο μέλλον. Ένας φαύλος κύκλος δηλαδή.

Πολλοί πελάτες, αλλά και φίλοι, καθώς είναι μια συνηθισμένη συζήτηση μεταξύ γονέων, θέτουν το επιχείρημα

«ε και μεις που το ζήσαμε τι πάθαμε;».

Δεν πάθαμε κάτι το εξωφρενικά ανεπανόρθωτο οπωσδήποτε. Αλλά ας μην γελιόμαστε, κάτι πάθαμε. Κάτι αφήνει αυτή η συμπεριφορά του γονιού προς το παιδί του, όταν είναι επαναλαμβανόμενη. Αφενός, όπως εξηγήθηκε παραπάνω, είναι εντελώς αναποτελεσματική και διαιωνίζει αρνητικά συναισθήματα. Αφετέρου δεν είναι καθόλου διδακτική. Ή μάλλον είναι. Διδάσκει την επιθετικότητα ως μέθοδο επίλυσης διαφορών. Θα παραθέσω ένα παράδειγμα. Σε μια συνεδρία με την μικρή Α και τον σχεδόν συνομήλικο Δ, ετών 4 και οι δύο ( με διαφορά τεσσάρων μηνών μεταξύ τους, παιδιά τυπικής ανάπτυξης και τα δύο) παίζουμε με τα παιχνίδια. Τα πράγματα κυλούν ήρεμα και με πνεύμα συνεργασίας. Προσπαθώ να τους μάθω τον κανόνα ότι θα πρέπει να μαζέψουμε το πρώτο παιχνίδι, αν θέλουμε να παίξουμε με το επόμενο. Ο Δ δεν υπακούει και ανέμελος συνεχίζει να κάθεται στο πάτωμα προσπαθώντας να βγάλει από το κουτί το επόμενο παιχνίδι. Ρωτώ την Α τι πρέπει να κάνουμε τώρα με τον Δ που δεν είναι πρόθυμος να μας βοηθήσει. Μου απαντά με πολύ σοβαρό ύφος «να του δώσουμε μια μπάτσα». Οι γονείς της Α χρησιμοποιούν συχνά αυτήν την μέθοδο για να την συνετίσουν, επομένως  η απάντηση της ήρθε πολύ αυθόρμητα.

Για την ιστορία, αφού εξηγήσαμε μαζί με την Α στον Δ οτι αν δεν μαζέψει το παιχνίδι που έπαιζε πριν, δεν θα προχωρήσει στο επόμενο, τελικά μας βοήθησε (όχι με μεγάλη προθυμία ομολογουμένως, αλλά συμμετείχε) και προχωρήσαμε παρακάτω.

Επιπρόσθετα, η «μπάτσα», όπως ανέφερε η μικρή Α προηγουμένως, όταν χρησιμοποιείται συχνά, προκαλεί μεγάλη στεναχώρια και πολλά νεύρα στο μικρό κορίτσι, κάτι που θα πρέπει να μας προβληματίσει και για έναν ακόμη λόγο. Για τις σκέψεις και τα συναισθήματα που δημιουργούνται στο παιδί για τους γονείς του. Ειδικά όταν μετά από  χρόνου προσπαθήσει να επανορθώσει. Το παιδί θα δεχτεί την αγκαλιά μεν ή το δώρο (τα υλικά αγαθά συχνά χρησιμοποιούνται ως μέσο εξιλέωσης) με χαρά, ενδεχομένως, εκείνη την στιγμή, άλλα συνολικά θα είναι μπερδεμένο. Δεν μπορεί να εμπιστευθεί τον εν λόγω γονιό, ούτε να τον απορρίψει όμως (γιατί μεσολαβούν περίοδοι εκεχειρίας, όπου το παιδί περνά καλά, είναι στοργική η μαμά, αλλά είναι και άγρια όταν θα κάνει «ζαβολιά»). Το παιδί –ειδικά το νήπιο- θα δοκιμάσει τις αντοχές των γονιών του. Μπορεί και εσκεμμένα, αν αλλιώς δεν πετυχαίνει την προσοχή τους. Δηλαδή, αν υποθέσουμε ότι έχουμε να κάνουμε με έναν γονιό που δεν ασχολείται ενεργά με το παιδί του, δεν παίζει μαζί του καθημερινά, δεν συζητά, δεν ακούει, απλώς συγκατοικεί μαζί του, είναι πιθανό το παιδί να προβεί σε ριψοκίνδυνες πράξει προκειμένου να τραβήξει την προσοχή με κάθε τίμημα. Από την άλλη πλευρά, μην ξεχνάμε πως τα παιδιά συχνά πειραματίζονται και μέσα στην διάθεση εξερεύνησης τους, θα κάνουν και κάτι που δεν είναι αποδεκτό από τον γονιό.

Εκεί θα πρέπει σαν γονείς να οπλιστούμε με ψυχραιμία και να προσεγγίσουμε το παιδί ήρεμα και με διάθεση συνεργασίας και επεξήγησης, με αυστηρό, έστω, ύφος.

Βέβαια στην θεωρία ακούγονται όλα απλά, η εφαρμογή όμως δυσκολεύει. Γιατί κάθε άνθρωπος, κάθε οικογένεια είναι ξεχωριστή, με τις δικές της ιδιαιτερότητες και βιώματα. Είναι επομένως σαφές οτι δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν όλες οι επι μέρους περιπτώσεις σε ένα και μόνο άρθρο, το οποίο έχει σκοπό να ενημερώσει και να λειτουργήσει περισσότερο ως τροφή για σκέψη.

Στόχος λοιπόν δεν είναι να είμαστε τέλειοι ως γονείς, θα ξεφυγουμε όλοι κάποια στιγμή και αυτό δεν θα τραυματίσει ψυχολογικά κανενα παιδί. Στόχος είναι να αποφύγουμε αυτό που είναι ξεκάθαρα και επιστημονικώς αποδεδειγμένα αναποτελεσματικό και ορισμένες φορές βλαπτικό. Το στοίχημα είναι με τον εαυτό μας, ως ενήλικες. Πρώτα ο γονιός θα εκπαιδευθεί, θα αναζητήσει και θα επεξεργαστεί με την βοήθεια ενός ειδικού ψυχικής υγείας τους λογους που ο ίδιος ή  η ίδια αντιδρά με παρορμητικότητα και ένταση και μετά θα προσπαθήσει να το μεταδώσει στο παιδί. Στις περισσότερες περιπτώσεις, πρώτα ο γονιός θα χάσει τον έλεγχο και μετά το παιδί. Γι’ αυτό ειναι σημαντικό να θυμάται κανείς πως πρόκειται για μια κατάσταση αναστρέψιμη, αν αναζητήσει συμβουλευτική βοήθεια. Ας έχουμε υπόψιν οτι οι περισσότεροι γονείς φτάνουμε στα όρια κάποια στιγμή μεγαλώνοντας τα παιδιά και αυτό γιατί στην καθημερινή ζωή πολλές δυσκολίες μπορεί να αντιμετωπίσει ο ενήλικος άνθρωπος, οι οποίες τον/την φορτίζουν συναισθηματικά. Έτσι επιστρέφοντας στο σπίτι είναι πιθανό να έχουν τελειώσει τα αποθέματα ψυχραιμίας. Κι όμως υπάρχει ελπίδα. Αφετέρου, αν κανείς έχει μεγαλώσει με αυτό το πρότυπο συμμόρφωσης, δεν είναι διόλου παράξενο να το επαναλάβει. Και πάλι υπαρχει ελπίδα αλλαγής. Αρκεί κανείς να το πάρει απόφαση και να δουλέψει γι’αυτό.

Να θυμόμαστε λοιπόν οτι  ένα παιδί τυπικής ανάπτυξης είναι φύσει συνεργάσιμο, μπορεί και θέλει να μάθει. Θα κάνει λάθη, απο τα οποία θα μάθει περισσότερα αν του εξηγήσουμε, χωρίς απειλές (θα σε δείρω) οι οποίες γίνονται αργότερα πράξη.

 

Καπιώτου Αναστασία, Λογοθεραπεύτρια

Επιστημονικά Υπεύθυνη κέντρων «Ενσυναίσθηση»

Μαντζαρίδου Πηνελόπη, Κλινική Ψυχολόγος- Msc

Κανένα Σχόλιο

Γράψτε ένα σχόλιο

To Top
error: Content is protected !!